Back to Home

Ψυχή πέρα απ’ τα ντουβάρια

Έμπνευση. Τι ωραία λέξη;

Το αρχαίο επίρρημα εν- που μεταβάλλεται σε μία ωραία πρόθεση όταν ενσωματώνεται στο ρήμα ‘πνέω’ που σημαίνει ‘φυσώ’, ‘δίνω πνοή’, δηλαδή ‘δίνω ζωή σε κάτι’. Εν προκειμένω σε μία ιστορία. Είναι η λέξη που χαρακτηρίζει και τις 9 καλές τέχνες και δη τη Λογοτεχνία, μιας και αυτή είναι το αντικείμενο που μας αφορά εδώ. Και είναι η λέξη που επικαλούνται όλοι όσοι αναφέρονται σε αυτό που κάνω: ‘’Από που αντλείς έμπνευση;’’, ‘’Τι σε εμπνέει;’’, ‘’Πόσο σε ενέπνευσε;’’… Μου μιλούν για ταξίδια σε άλλα μέρη για αποκομιδή εμπειριών όπως κάνουν και «πρέπει να κάνουν» όλοι οι συγγραφείς. Ασφαλώς και κάνουν καλά αυτοί που μου μιλούν για ταξίδια και οι συγγραφείς καλά κάνουν που τα κάνουν, απλά όταν ρωτούν τον υποφαινόμενο για τη Μούσα του, πετυχαίνουν bingo. Πάντα έλεγα ότι τα πάντα σε μένα είναι θέμα έμπνευσης. Θέμα κι όχι ζήτημα, γιατί εγώ προσωπικά δεν την αναζητώ. Δεν χρειάζεται. Έρχεται από μόνη της και με βρίσκει κάθε φορά εκεί που είμαι. Κι ας μην είμαι πάντα στο πιο φανταχτερό μέρος. Γιατί; Γιατί σε μένα όλη η ακτινοβολία εκχέεται από έναν άλλο παράγοντα, που δεν είναι ο τόπος: Τον ανθρώπινο. Αυτός είναι που δίνει αξία και, τελικά, τον όποιο συμβολισμό στον τόπο. Για να γίνω πιο σαφής ας παραθέσω έναν προ ολίγων ημερών αληθινό διάλογο με έναν καλό φίλο. Είμαστε σε ένα καφέ και παρατηρώ το μπρελόκ των κλειδιών του που έχει με σκαλιστά γράμματα την πρωτεύουσα μιας γνωστής χώρας, για τον ρόλο που έχει διαδραματίσει στα δρώμενα της δικής μας χώρας την τελευταία δεκαετία:

    ‘’Ωραία πόλη’’, μου λέει ο φίλος. ‘’…Δεν θα ήθελες να είχες π… Μα τι λέω!; Εκεί δεν ήσουν πριν λίγο καιρό;’’.

    ‘’Εκεί.’’

    ‘’Και;’’

    ‘’Ντουβάρια.’’

    ‘’Ντουβάρια; Τι ντουβάρια;’’

    ‘’Ντουβάρια άψυχα.’’

    ‘’Κάτσε… Δεν είχε να δεις μνημεία, να γυρίσεις βόλτες, να φας, να φωτογραφήσεις…;’’

    ‘’Τα μνημεία είναι αυτό ακριβώς που λέει η λέξη: Κάτι φτιαγμένο από ανθρώπους για να έχουν μνήμες. Τα είδα, τα θαύμασα, έφερα μαζί μου κι ένα κομμάτι από το ξακουστό τους τείχος… κι όντως γύρισα βόλτες στα καλύτερα, έφαγα στα καλύτερα, τα φωτογράφησα… Η σειρά μου τώρα: Και;’’

    ‘’Πως και; Σε όλα αυτά…’’

    ‘’Σε όλα αυτά αξία δίνει ο ανθρώπινος παράγοντας! Με αυτόν αποκτούν λάμψη και τα ντουβάρια, είτε είναι δημόσια είτε είναι ιδιωτικά, δηλαδή ενός σπιτιού! Κι από αυτόν τον ίδιο παράγοντα μπορούν και να την χάσουν! Ιδιαίτερα όταν έχεις φύγει από κει και δεν λαμβάνεις ανάλογη ανταπόκριση από τον άνθρωπο, τα ντουβάρια εξαϋλώνονται στη μνήμη σου. Αν πηγαίνεις απλά ως τουρίστας με γνώμονα να τα δεις και να τραβήξεις κάποιες φωτό τότε ΟΚ. Αν όμως πηγαίνεις ως συγγραφέας και με σκοπό να εμπνευστείς από αυτά και μόνο άστο, το ζορίζεις και αν ανοίξεις ένα λεξικό θα δεις ότι έμπνευση είναι η ξαφνική γένεση μιας ιδέας στη συνείδηση χωρίς την παρεμβολή της θέλησης.’’

    ‘’Ωραία τα λες, αλλά θα σε αποστομώσω. Πέρα από όλα αυτά υπάρχουν κι άλλα πράγματα, που δεν τα φτιάχνει ο άνθρωπος, όπως είναι η φύση. Δεν είχε αυτή η πόλη ωραία φύση;’’

    ‘’Είχε και παραείχε. Κι αυτό όμως δεν λέει κάτι αν δεν υπάρχει ο ανθρώπινος παράγοντας να σε εμπνεύσει κατάλληλα. Κι αυτό ξέρεις πως κερδίζεται; Με κάτι έμψυχο, όχι άψυχο, όχι με ντουβάρια. Ψυχή! Αυτό αναζητώ! Αυτή είναι η δική μου έμπνευση! Από το ‘ψύχω’… ‘πνέω’… ‘εμπνέω’! Κι ‘εμπνέω’ σημαίνει ‘εμβάλλω συναίσθημα’!’’

    ‘’Τώρα καταλαβαίνω που το πας’’, μου λέει ο φίλος και πριν προλάβουμε καλά-καλά να πάρουμε και οι δύο την πρώτη βαθιά ανάσα μας πριν την επόμενη ρουφηξιά καφέ, έρχονται και κάθονται δίπλα μας δύο γυναίκες, η μία γνωστή του φίλου, τις οποίες σε πολύ λίγο θα γνωρίσω κι εγώ. Αεροσυνοδοί. Η συζήτηση ανοιχτή. Για τι άλλο; Για ταξίδια και για ξένες πόλεις. Μιλάνε οι τρεις τους ακόμη για την πόλη που έζησα, κι εγώ που έχω να πω τα περισσότερα για αυτή τους παρακολουθώ χωρίς να λέω κουβέντα. Μέχρι που η συζήτηση αλλάζει τοπίο, μεταφέρεται σε άλλο τόπο. ‘’Έμεινα στη Βαρκελώνη λόγω της δουλειάς τέσσερις μήνες… και δεν θέλω να την ξαναδώ!’’, μας λέει η μία από τις δύο παίρνοντας μία έκφραση απόλυτης απογοήτευσης. Μα γιατί αυτό; Αμφιβάλλει κανείς για το πόσο υπέροχη ως πόλη είναι η Βαρκελώνη; Δεν νομίζω. Κι όμως… ‘’Ποιος ξέρει τι θα έζησε και με ποιον. Τι απόσταγμα θα περισυνέλεξε’’, αναρωτιέμαι και υποθέτω.

    Μέχρι να της πω ότι την καταλαβαίνω ο φίλος μού πιάνει απότομα το χέρι και μου λέει: ‘’Απ! Τώρα σ’ έχω όμως! Για να δούμε τι θα πεις γι’ αυτό. Η έμπνευση δεν έρχεται απαραίτητα από κάτι καλό! Μπορεί να είναι μάλιστα και μεγαλύτερη όταν αυτός ο ανθρώπινος παράγοντας -που λες ότι μετράει τόσο- σε δυσαρεστήσει, σε απογοητεύσει. Μη σου πω ότι τότε γράφεις και πιο ωραία, πιο δυνατά, πιο ζωντανά! Εσύ βέβαια θα ξέρεις καλύτερα ποια επιρροή ασκεί στη συγγραφή’’.

    ‘’Παραδέχομαι ότι πάνω σ’ αυτό δεν έχω να πω απολύτως τίποτα. Με αποστόμωσες.’’

Είναι λοιπόν με ποιον έχεις συνδέσει τον κάθε τόπο. Σε μια ιστορία που γράφω όσο όμορφη κι αν είναι η περιγραφή μιας πόλης, ενός λιμανιού, ενός φυσικού τοπίου, όσο περιγραφικός κι αν γίνομαι, όσες ωραίες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσω είναι πάντα απλώς το χαλί που στρώνω για να το διαβούν άνθρωποι – τα ζωντανά κύτταρα του οργανισμού που λέγεται μυθιστόρημα. Αν δεν το διαβούν, τότε η πόλη μου, το λιμάνι μου, το τοπίο μου δεν θα είναι παρά μια νεκρή φύση. Μια απεικόνιση ενός άψυχου αντικειμένου. Σαν το όμορφο κοριτσάκι στην ταινία Ex Machina μόλις έχει γίνει απεγκατάσταση του λογισμικού του κι έχουν παύσει όλες του οι λειτουργίες. 

Έμπνευση. Αλήθεια τι ωραία λέξη; Και αστείρευτη πηγή της ο παράγων άνθρωπος.  

Leave a Reply

16 − 9 =