Back to Home

«Καλό τέλος». Η πιο μεταβλητή σταθερά

Σε προηγούμενο άρθρο, μιλήσαμε για την πιο συχνή ερώτηση που σου κάνουν αφού κυκλοφορήσει το βιβλίο που έγραψες και δεν είναι άλλη από την: «Είναι από δική σου, προσωπική εμπειρία;». ‘’Καλά, γιατί δεν αναφέρεσαι στην άλλη; Ξέρεις εσύ ποια’’, με ρώτησε ο φίλος. Ή μήπως ήταν το υποσυνείδητό μου σε κάποιο όνειρο;… Όποιος και να ‘ταν, δεν έχει σημασία. Γιατί όταν αναφερόμαστε στην «πιο συχνή ερώτηση», εννοούμε κάποια η οποία κι αφήνει έξω μια απαίτηση. Ναι, μια απαίτηση. Του αναγνώστη, φυσικά. Ή του υποψήφιου αναγνώστη. Η «Είναι από δική σου, προσωπική εμπειρία;» δεν απαιτεί από τον συγγραφέα-αφηγητή να είναι απαραίτητα δική του εμπειρία. Κάποια άλλη, εξίσου «συχνή» όμως… Σήμερα, λοιπόν, ανοίγουμε τον φάκελο που βασίζεται σε μια άλλη ερώτηση: «Είναι το βιβλίο σου ευχάριστο, χαρούμενο;». Ο αναγνώστης είναι πάντα ο κριτής. Κι έτσι πρέπει να ‘ναι. Αλλά είναι στην τέχνη τα πράγματα τόσο απλά όπως, για παράδειγμα, στην κατανάλωση λαχανικών; Εν προκειμένω η συγγραφή, διέπεται κι αυτή από τον γνωστό νόμο της αγοράς περί προσφοράς και ζήτησης; Να, σα να λέμε: «Τελευταία, στη λαϊκή, μπρόκολα και κουνουπίδια μας ζητάνε, μπρόκολα και κουνουπίδια θα τους προσφέρουμε»;… ‘’Εφόσον μιλάμε για αγοραστικό κοινό, ναι’’, θα σου πει κάποιος, κι εκ πρώτης μπορεί να έχει δίκιο. Η ερώτηση πάνω εδώ, παρόλα αυτά, είναι η εξής: ‘’Πρέπει να διέπεται από το νόμο της αγοράς και να είναι εύπεπτο ένα ανάγνωσμα;’’. Η απάντηση, ως προς τη δομή και ροή του, είναι «Ασφαλώς και ναι». Μα ως προς το νόημα (εκτός αν είναι επιλογή του συγγραφέα), η απάντηση είναι ένα μεγάλο «ΟΧΙ». Γιατί αν μιλάμε για ‘εύπεπτο’ παντού και πάντα, τότε μάλλον πάμε στα μπρόκολα και στα κουνουπίδια, καθώς έχουν λίγες θερμίδες. Και δεν είναι ανάγκη να μιμηθώ τον μόρτικο τύπο του Χάρρυ Κλυνν στην ταινία «Αλαλούμ», λέγοντας κάτι παρόμοιο με το «Ποιος έριξε το πέναλτι και μου ‘κλεισε το σπίτι; Γιατί να κλαίει το μωρό αφού φοράει πάνα; Πρέπει να τα σακουλεύεσαι τα ψηλά νοήματα’’ για να πείσω. Λέω, απλά, πως το γνωμικό «Η τέχνη μιμείται τη ζωή» δεν έχει να κάνει με τη συνέπεια του αναγνωστικού κοινού απέναντι στα εφήμερα «θέλω» του, αλλά με τη συνέπεια του συγγραφέα απέναντι στον ανθρώπινο ψυχισμό, και ο ψυχισμός αυτός εγγενώς δεν διέπεται μόνο από το συναίσθημα της χαράς. Δεν έχει να κάνει με τις απαιτήσεις των αναγνωστών, αλλά με τις απαιτήσεις που θέτει η ίδια η ζωή κι εν τέλει αυτό που λέμε «story» ενός βιβλίου. Γιατί στο «Είναι το βιβλίο σου ευχάριστο, χαρούμενο;» υπάρχει μία υποδόρια απαίτηση του υποψήφιου αναγνώστη, πολλές φορές εκφρασμένη με τρόπο επιπόλαιο που, εκ προοιμίου ακόμα, αντιπαρέρχεται την ουσία της ιστορίας και των μηνυμάτων που θέλει να διαφυλάξει ο συγγραφέας (πάλι προς χάριν του αναγνώστη), με αποτέλεσμα την επιφανειακή αντιμετώπιση του πρώτου απέναντι σε ένα έργο που η «φύση» του, η «θέση» του, το δικό του «θέλω» είναι ότι αξιώνει να εμβαθύνει για να μην είναι μόνο… χαρούμενο, αισιόδοξο και αναζωογονητικό. Γι’ αυτό, υπάρχουν και τα εγχειρίδια ψυχολογίας του τύπου: «30+1 τρόποι να αποδράσετε από τις κακοτοπιές που σας περιβάλλουν και να ανακαλύψετε την ευτυχία». Ήταν χαρούμενο και πήγαινε με βήμα «τρα-λα-λι, τρα-λα-λο» το «Τα σταφύλια της οργής» του Στάινμπεκ, το «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» του Μάρκες, το «Ο δρόμος του μαρτυρίου» του Αλεξέι Τολστόι, το «Ένα καλοκαίρι» του Γκόρκι;… Τι; «Όχι, αλλά έχουν καλό τέλος»; Ναι, δεν είναι λάθος αυτό. Εδώ, όμως, το πράμα ενίσταται. Διότι όχι μόνο στη Λογοτεχνία αλλά σε όλες τις μορφές τέχνης, δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι σ’ ένα έργο στο τέλος όλα θα πάνε μέλι-γάλα. Ειδάλλως, αφαιρείς αμέσως-αμέσως από το απόσταγμα τη «γεύση» της έκπληξης και κυριαρχεί η προβλεψιμότητα. Είναι γεγονός πως όλοι μας, όταν είμαστε μαζί με άλλους, θέλουμε να δείξουμε το πρόσωπο του προφήτη. Ότι ξέρουμε που και πως θα πάει η πλοκή. Αλλά η αλήθεια είναι πως οι προφητείες δεν έχουν γίνει ακόμη αποδεκτές από την επίσημη επιστημονική κοινότητα, και όταν είμαστε με τον εαυτό μας, κατά βάθος παρακαλάμε να πέσει έξω η αρχική μας υπόθεση για την… υπόθεση του έργου, για το που και πως θα έρθουν τα πράγματα. Στο φινάλε έχει να κάνει, βλέπεται, με το πώς θέλουμε ΕΜΕΙΣ να έρθουν τα πράγματα, άρα και τι θέλουμε ΕΜΕΙΣ να γίνει στο τέλος. Κι από αυτό προκύπτει μία «μεταβλητή σταθερά»: Τέλος καλό δεν είναι πάντα όλα καλά. Το παραμυθένιο τέλος δεν είναι κανόνας στη Λογοτεχνία, εκτός κι αν πρόκειται για… παραμύθι. Είναι καθαρά υποκειμενικό για τον καθένα ποιο είναι «καλό» και τι είναι «κακό» τέλος σε ένα λογοτεχνικό έργο. Εξ ου και τα εισαγωγικά.

Leave a Reply

sixteen − nine =