Back to Home

Μια αναπόφευκτη συναισθηματική εμπλοκή…

«Επιτρέπεται ο δημιουργός να εμπλακεί συναισθηματικά με τους ήρωες που ο ίδιος γέννησε, και κατά πόσο τους επιτρέπει να τον οδηγήσουν σε μέρη που δεν είχε σχεδιάσει να πάει;», μου έθεσε το ερώτημα πριν λίγες μέρες μία φίλη που εκτιμώ, λέγοντάς μου ότι το σκέφτεται συνέχεια μετά την ανάγνωση του «Όλα θα πάνε καλά». Ίσως, βέβαια, να έχει ήδη απαντηθεί από τον τίτλο επάνω, αλλά δύο, πιστεύω, είναι τα σημεία-κλειδιά για να το ξεκλειδώσουμε: Το πρώτο, είναι αυτό ανάμεσα στα «κατά πόσο» και «τους επιτρέπει», όπου ανάμεσά τους υπάρχει ένα υπο-σημαίνον «πρέπει να». Το δεύτερο, είναι το «δεν είχε σχεδιάσει». Σε αυτά τα δύο, υπάρχει μία συνάφεια. Κι αυτό γιατί τα «πρέπει» ορίζονται από τον σχεδιασμό και το αντίστροφο. Σχεδιασμός σε ένα βιβλίο λογοτεχνίας, πάντα υπάρχει. Και… πρέπει να υπάρχει. Δεν ξεκινάς να γράφεις κάτι αν πρώτα δεν σχεδιάσεις το «μετά» στο «ακριβώς» ή, έστω, στο «περίπου». Στο διήγημα μπορείς κι εκ προοιμίου να αυτοσχεδιάσεις, πάλι όμως πρέπει να υπάρχει ένα γενικό πλάνο. Στο μυθιστόρημα τα πράγματα αλλάζουν. Και τη διαφορά δεν μπορείς να την αντιληφθείς αν δεν έχεις περατώσει τουλάχιστον ένα ΚΑΙ από τα δύο είδη του γραπτού λόγου. Αν το διήγημα είναι αποστολή διάσωσης, το μυθιστόρημα είναι μία ολόκληρη θητεία. Το αν θα είναι κι ολοκληρωμένη, εξαρτάται απ’ το δημιουργό του. Σε αυτό δεν υπάρχει μόνο ο σχεδιασμός, αλλά μπαίνει κι ο προγραμματισμός. Η πειθαρχία. Δεν υπάρχει «γράφω όταν έχω έμπνευση», αλλά μία απαρέγκλιτη υπακοή στις αρχές που θέτει εξ αρχής ο εμπνευστής του. Σίγουρα όχι πειθαναγκασμός, μα μία συνέπεια που πρέπει να τηρηθεί για να υπάρξει τάξη κι ευρυθμία στο γραπτό. Να ένα «πρέπει». Σχετικό αν μη τι άλλο. Όπως σχετικές εδώ είναι και οι έννοιες «τάξη» κι «ευρυθμία». Γιατί πάντα όλα αυτά, ας μη ξεχνιόμαστε, ορίζονται και άρα καθορίζονται από τον γράφοντα το έργο. Μόνο η πειθαρχία παραμένει ίδια: Γράφω βάσει κεντρικού σχεδιασμού κι όχι μία στη χάση και μία στη φέξη, ώστε να μη χάσω την επαφή με τους ήρωές μου και την πλοκή. Μέσα σε αυτόν τον σχεδιασμό, υπόκεινται πολλά. Πολλά από αυτά τα «πολλά» τα ανακαλύπτεις μέσω της χρόνιας ενασχόλησης με το αντικείμενο, μέσω της τριβής, όπως: Προσέχω το mastering, όπως λέει ο γράφων αυτού του άρθρου, δανειζόμενος έναν όρο από τη μουσική όταν ηχογραφείται στο στούντιο. Δηλαδή, αν ξεκινήσω να γράφω κάτι σήμερα και το τελειώσω σε δύο χρόνια, εγώ θα έχω αλλάξει ως άνθρωπος, δεν θα είμαι ο ίδιος που ήμουν στο ξεκίνημά του. Η προσωπική μου εξέλιξη, μία ενδεχόμενη αλλαγή στο χαρακτήρα μου, στις συνήθειες, στα «θέλω» και στις προτεραιότητές μου, όμως, με την ολοκλήρωση της ιστορίας δεν θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται στους χαρακτήρες της κατά την ανάγνωση. Αυτοί παραμένουν ίδιοι κι απαράλλαχτοι, εκτός αν προς χάριν της τροπής των γεγονότων στην ιστορία είναι υποχρεωτικό, συνεπώς επιβάλλεται, ν’ αλλάξουν. Αν, φερ’ ειπείν, τα γεγονότα στην πλοκή λαμβάνουν χώρα (χρόνο) σήμερα και τελειώνουν αύριο, τότε επιτάσσεται να νιώσει ο αναγνώστης, με το πέρας του κειμένου, κι ας είναι αυτό 600-τόσες σελίδες, ότι όντως πέρασε μία μέρα, μόλις ένα εικοσιτετράωρο. Επομένως, ναι, ναι-ναι-ναι, υπάρχει και στη συγγραφή μίξη, απλά δεν είναι ήχου, αλλά σύμμετρων στοιχείων στην όλη δομή του έργου. Εσύ, ο γράφων, δεν αλλάζεις σε αυτό το ταξίδι, που δεν είναι ταξίδι μόνο για αυτόν που σε διαβάζει αλλά και για εσένα. Άλλωστε, εσύ είσαι ο καπετάνιος, εσύ κι ο τιμονιέρης. Η επιτυχία να φτάσει η αποστολή εις πέρας εναπόκειται στην αξία και στην τήρηση των άγραφων κανόνων, ειδάλλως διακυβεύονται πολλά για το πλήρωμά του, που είναι οι ίδιοι οι ήρωές του. Πολλά, όπως ασυνέπεια στο ποιόν του χαρακτήρα των ηρώων, στα πιστεύω τους, ετεροχρονισμοί κ.α. Η πορεία… προς τον προορισμό (τον πιάσατε τον πλεονασμό;), ενδεχομένως να φέρει εμπόδια. Όπως π.χ. ένα ισχυρό ηθικό δίλημμα, που ενώπιόν του, δε το κρύβω, βρέθηκα κι εγώ όταν έγραφα το «Όλα θα πάνε καλά». Και φτάνουμε στο συμπέρασμα: Ασφαλώς κι επιτρέπεται ο δημιουργός να εμπλακεί συναισθηματικά με τους ήρωες που ο ίδιος γέννησε. 1ον) Γιατί αυτό θα προσδώσει στο κείμενό του επιπλέον συναίσθημα κι όπου κυριαρχεί το συναίσθημα ο αποδέκτης του, εν προκειμένω ο αναγνώστης, μπορεί να ταυτιστεί περισσότερο με τους χαρακτήρες, άρα και με την ιστορία, σα να του είναι και του ίδιου βιωματικό. 2ον) Ας μην αυταπατόμαστε, σε ένα ποσοστό, άμεσα ή έμμεσα, κάθε ιστορία για αυτόν που την αφηγείται δεν έχει να κάνει με μία απλή ταύτιση προσώπων, αλλά είναι βιωματική, γι’ αυτό θα πρέπει να του γίνεται, όταν τη γράφει, και βίωμα. Αρκεί να μην καταντά όπως τον Geoff Tate (μιας που βάλαμε στο θέμα μας πριν και τη μουσική), στιχουργό κι ερμηνευτή στο άλμπουμ «Operation: Mindcrime», όταν και κατάφερε να φτάσει σε τέτοια επίπεδα εκφραστικότητας ώστε να σχηματίσει μια απίστευτα ρεαλιστική υπόσταση στον ήρωα που δημιούργησε, σε βαθμό που έχασε τον αυτοέλεγχο και χρειάστηκε πολύμηνη ψυχολογική υποστήριξη για να απεμπλακεί από τον χαρακτήρα του, Nikki, ο οποίος έγινε ούτε λίγο ούτε πολύ το alter ego του. Ο δημιουργός κι ως συγγραφέας κι ως αφηγητής (είπαμε είναι δύο διαφορετικές οντότητες στο ίδιο σώμα), είναι δεδομένο, μέχρι να γράψει και την τελευταία του λέξη,θα πάει σε πολλά μέρη. Κι όταν λέμε «μέρη» εξυπακούεται ότι δεν έχει να κάνει με την τοποθεσία… Θα πρέπει ό,τι γράφει να έχει σκοπό και να θέτει προορισμό στο ταξίδι, εξασφαλίζοντας με τη νοερή του πυξίδα αυτός την «κατεύθυνση», για να μη καταντούν οι πρωταγωνιστές του περιπλανώμενοι κομπάρσοι, άστεγοι στο ίδιο τους το σπίτι. Αν είναι συνειδητοποιημένος, θα είναι και προετοιμασμένος. Έτσι, θα πρέπει να έχει συνείδηση κι έλεγχο της κατάστασης. Αυτό, το τελευταίο «πρέπει», είναι ουσιαστικά και το μόνο «πρέπει». Καθώς η ουσία, εδώ, είναι ότι η αυτοκάθαρση του αφηγητή φέρνει την κάθαρση στον αναγνώστη. Κι αυτό, στο τέλος, είναι το ζητούμενο.

Leave a Reply

15 + fourteen =