Back to Home

Τhe οrigin of… spicies

Στο X-File με τα «στοιχήματα» αναφέρθηκα, μέσα σ’ όλα, στη δια-δραστικότητα ανάμεσα στον αναγνώστη και τον συγγραφέα όταν ο δεύτερος βάζει το προσωπείο του «Αγγέλου της Συγγραφής» (αντί «Μουσικής») και γίνεται αφηγητής για να μας συναρπάσει ως άλλο Φάντασμα της Όπερας. Εδώ, στο τρέχον περιβάλλον αυτού του φακέλου, σημείο αναφοράς είναι τα όρια που πρέπει να κρατιούνται και να μη ξεπερνιόνται από τον μυθιστοριογράφο, μιας και το αντικείμενό μας είναι πάντα η Λογοτεχνία κι αυτή επιθυμούμε διακαώς να ψηλαφήσουμε, να χουφτώσουμε, να μπαλαμουτιάσουμε, να φασώσουμε βρ’ αδερφέ!… Ωχ! Ωχ-ωχ-ωχ!… Sorry, παίδες. Το πήρα αυθορμήτως αισθαντικά και ξεπέρασα τα όρια. Μα… αυτό ακριβώς είναι το θέμα: Ποια τα όρια, ποιος τα θέτει και ποιες οι συνέπειες στην περίπτωση που ξεπεραστούν. Αυτά, λοιπόν, τέθηκαν (εξ ου και η αφορμή για τα τρέχοντα γραφόμενα) σε συζήτηση που προέκυψε προ λίγων ημερών μέσα σε μία ωραία παρέα της οποίας αποτέλεσα «τιμώμενο πρόσωπο» λόγω της ιδιότητάς μου. Και, η συζήτηση, είχε να κάνει με το κατά πόσο πρέπει να προκαλεί ένα ανάγνωσμα. Καταρχάς, η προσωπική μου άποψη, που την εξέφρασα στην εν λόγω παρέα ατόμων αλλά κατά καιρούς και σε πολλές άλλες, είναι ότι σε μία εποχή και μία κοινωνία με τέτοια ραγδαία, σχεδόν κατακλυσμιαία βροχή εικόνων, ήχων και μηνυμάτων, όπου όλα τα όρια έχουν ξεπεραστεί προ πολλού, είτε με θετικά είτε με αρνητικά αποτελέσματα για το κοινωνικό ‘γίγνεσθαι’ (γίγνεσθαι: ακριβώς πάνω στον όρο του, αυτόν της διαρκούς εξέλιξης, της διαμόρφωσης, της μετατροπής των πραγμάτων), δεν μπορώ εγώ, ως συγγραφέας, να ‘μαι «μη μου άπτου» και να αυτο-παροίχομαι. Όχι. ‘’Και τί θα το κάνεις το βιβλίο; Λιβελογράφημα;’’, μου ‘πε ένας από τους παρευρισκόμενους. Ναι, ακριβώς αυτό προτίθεται να το κάνω! Όχι, όμως, έχοντας την πρόθεσή μου ως αυτοσκοπό. Απλά, θα βάλω έναν καθρέπτη μπροστά στο τέρας. Θα του βάλω ν’ ακούσει την ηχογραφημένη του φωνή και τις προθέσεις του. ‘’…Δηλαδή, θα βάλεις και βρισίδια και sex και βία για να το κάνεις πιο πικάντικο, πιο spicy, «μοντέρνο»;’’. Εκεί, δεν απάντησα. Ίσως γιατί αισθάνθηκα το τέρας να μου γνέφει. Είπα μόνο: ‘’Δεν είναι κακό το «μοντέρνο». Το «μοδάτο» είναι κακό’’, και το άφησα στην τύχη του – δεν μπορείς να τα εξηγείς κι όλα, καθώς έτσι είναι χειρότερα, χάνουν τη δύναμή τους… The point is, η εποχή και η κοινωνία μας, είναι από μόνες τους κάτι ακραίο γιατί ακραία είναι η φύση του είδους μας, εξελικτικά αν θέλετε, γενετικά. «Ακραίο»: Κι αυτό ως παίρνει θετική ή αρνητική έννοια. Όλοι έχετε ακούσει την έκφραση για το πως μπορείς να χειριστείς ένα μαχαίρι, με τα θετικά/αρνητικά αποτελέσματα αντίστοιχα, δεν θα γίνω τώρα εγώ ο άκρατος ηθικοπλάστης. Άρα, το έργο μου δεν έχει να κάνει με μία θέσει προσέγγιση αναφορικά με το τι βλέπουμε, ακούμε ή ζούμε καθημερινά, αλλά τη φύσει προσέγγιση και ταύτιση μας με την καθαυτό εξέλιξή μας, τη γενεσιουργό αιτία όλων αυτών. Είναι κι αυτό μία αποκωδικοποίηση του γενετικού μας υλικού, μία ερμηνεία του «Origin» μας και του «Natural Selection». Δεν μπορεί μέσα σε μία κοινωνία που η ίδια αυτή μάς κάνει κοινωνούς μιας ειδεχθούς κοινωνικά πράξεως, άλλους ως θύματα κι άλλους ως θύτες, ο συγγραφέας να αποστασιοποιείται από τη γλώσσα των συγχρόνων του ανθρώπων για να κρατήσει το κύρος της Λογοτεχνίας, γιατί έτσι η τελευταία χάνει την ουσία της αποστολής της. Δεν μπορεί να παρωπιδιάζεται και να παραβλέπει για να «κρατήσει επίπεδο» το γραπτό του. Ούτε να κρατήσει το στόμα του (το λόγο του) σφραγισμένο όταν πίσω από κλειστές, κλειδωμένες, πολλές φορές κι επτασφράγιστες πόρτες συμβαίνει μία χρόνια κατάθλιψη, μία ενδοοικογενειακή κακοποίηση, μία πράξη παιδεραστίας ή δολοφονίας!… Εδώ, δύο φορές όχι! Γιατί, τότε, δεν κάνεις λειτούργημα, δεν είσαι λειτουργός, είσαι συνεργός! Γι’ αυτό η τέχνη, η οποία ακολουθεί τη ζωή με όλες της τις φύσει παθογένειες κι όχι το αντίστροφο, θα πρέπει σήμερα, στη «σύγχρονη εξελικτικά» εποχή μας να σοκάρει, να υποβάλει κάποιον σε ένα ηλεκτροσόκ, με θεμιτό μέσο τη δύναμη της έκφρασης. Με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρει να εξευμενίσει, να εξευγενίσει, να εξιλεώσει και, τελικά, να εξελίξει τη ζωή του, αφήνοντας (έστω ελάχιστα) πίσω το ζώο που υπάρχει μέσα του, ούτως ώστε να προσεγγίσει λίγο περισσότερο τον άνθρωπο, αυτόν δηλαδή που μάλλον δεν θα φτάσει (να γίνει) ποτέ. Έστω αυτή τη ζωή, την τόσο ακραία από όλους μας για όλους μας. Μα για να τρομάξεις το τέρας, πρέπει εσύ να γίνεις πιο τρομαχτικός από αυτό.

Leave a Reply

18 + 19 =