Back to Home

Ξεκινώντας με έναν διάλογο…

Στο μυθιστόρημα με τ’ οποίο καταπιάνεται η σελίδα που διαβάζετε (αν και δεν διατείνομαι ότι ανακάλυψα τον τροχό) έκανα κάτι που, αν μη τι άλλο, δε πολυσυνηθίζεται. Επέλεξα να ξεκινήσω την ιστορία μου όχι με μία κλασική περιγραφή του τύπου: ‘’Ο Ήλιος είχε πια κρυφτεί σχεδόν ολόκληρος πίσω απ’ τα πυκνά σύννεφα, που έδινε την εντύπωση στους δύο επιβάτες του τρεχάμενου αυτοκινήτου ότι…’’ κι έτσι να πάει για κάνα δυο σελίδες. Ή του: ‘’Με μια φυσική ομορφιά και χάρη προίκισε τη Μαριαλένα η φύση. Τέτοια που προσέδιδε επιπλέον περηφάνια στο ούτως ή άλλως εντυπωσιακό της ανάστημα. Μια περηφάνια που, όμως, δοκιμαζόταν τον τελευταίο καιρό από την ανασφάλεια που ένιωθε λόγω των δυσμενών καταστάσεων που ζούσε. Έτσι, όταν γνώρισε τον Ευριπίδη, εκείνου το ανάστημα, σε συνδυασμό με την φιλική σε τόνο φωνή, που εκ φύσεως διέθετε, την έκανε να…’’. Ή, έστω, του πλέον συνηθισμένου τύπου, εκείνου ενός σύντομου διαλόγου ανάμεσα στους δύο συνεπιβάτες, πριν πάρουν αμέσως σειρά οι περιγραφές άλλων ανθρώπων, τοπίων ή μέσων μεταφοράς. Όχι. Προτίμησα, αντ’ αυτών, να την ξεκινήσω με έναν διάλογο μεν, μακροσκελή δε. Έναν διάλογο στημένο με τέτοιο τρόπο που, με την ολοκλήρωσή του, ο αναγνώστης να ‘χει ήδη σχηματίσει μία όχι απλά γενική, αλλά μία καλή, μία γεμάτη εικόνα για τα δύο πρωταγωνιστικά πρόσωπα σ’ ό,τι αφορά την εξωτερική τους εμφάνιση, αλλά και τις πεποιθήσεις τους, τη νοοτροπία τους, τη δεοντολογία ή και ιδεολογία τους, το χαρακτήρα τους. Η εν λόγω επιλογή, βέβαια, μαρτυρά και καταδεικνύει πτυχές του γραψίματος του υποφαινόμενου, κι ας εκ πρώτης αυτές οι πτυχές εμφανίζουν κάπως «τσαλακωμένα» τα «καλώς κείμενα»· τα κείμενα μιας γνωστής συνταγής με εξασφαλισμένη επιτυχία. Εξασφαλισμένη;… Χμμ… Όχι πάντοτε. Γιατί η επιτυχία έρχεται πολλές φορές από τη δική μας συνταγή κι ας μην είναι η «δοκιμασμένη». Για να κάνω γέφυρα στο προκείμενο, κάποιος θα το ‘λεγε απλά: ‘’Προσωπικό στυλ. Αυτό πρέπει να αναπτύξει και να έχει ένας συγγραφέας’’. Γνώμη «old time classic», που δεν προσπαθεί και δεν έχει λόγο να πρωτοτυπήσει. Η άποψή μου περί αυτού; Thumbs up! Ή στο πιο λόγιο: Συνηγορώ υπέρ!… Αλλά μπορούν να το πετύχουν το συγκεκριμένο όλοι οι γράφοντες, που είναι και το ζητούμενο;… Καταρχάς και κατ’ αρχήν, όπως σε όλες τις τέχνες έτσι και στη λογοτεχνία, παρθενογένεση δεν υπάρχει. Και για του (γραπτού) λόγου το αληθές και συνεπές, ας πάρουμε τους «μεγάλους» που η φαντασιοπληξία τους ήταν τόσο δυνητική, ώστε να την αποδεχθούμε κι εγκολπωθούμε ως τον υπέρτατο ρεαλισμό: ο Σατωβριάνδος επηρέασε τον Πόε, ο οποίος επηρέασε τον Βερν, ο οποίος επηρέασε τον Λόρδο Ντάνσανυ, ο οποίος επηρέασε τον Λάβκραφτ, ο οποίος επηρέασε τον Λάιμπερ… Και η «σκυταλοδρομία» καλά κρατεί. Για να μην αναφέρω τους αμφοτέρωθεν επηρεασμούς, συμπεριλαμβανομένων και των παραπάνω κυρίων. ‘’Ναι, αλλά οι παραπάνω κύριοι είναι που άφησαν το στίγμα τους’’, θα πει κάποιος, λες και δεν το βλέπω, λες κι έχω α-στιγματισμό. Μ’ άλλα λόγια, λες κι εμένα δε με μόρφωσαν οι γραμμές αυτών, αλλά οι… lines του Ρόκο στην Τόλμη και Γοητεία (τον θυμάστε; – αυθόρμητα μού βγήκε). Και καθώς γράφω κι αυτές εδώ, τις δικές μου γραμμές, τσουπ!, πετιούνται όπως τα σκουλήκια στην ταινία «Dune» δύο ατάκες κάποιων επίσης «μεγάλων» με σκοπό να διαταράξουν τον ειρμό της γαλήνιας, διανοητικής ερήμου μου: ‘’Η τέχνη είναι κλοπή’’ και ‘’Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται, οι ώριμοι ποιητές κλέβουν’’. Εδώ, τώρα, τί; Αν δηλαδή τα ‘λεγε αυτά ο εκκολαπτόμενος (που μόλις ξεμύτισε, άρα ακόμα καλά-καλά δε βγήκε από τ’ αυγό του) συγγραφέας, ο φίλος μου ο «Τάδε» (δεν θα τον εξέθετα ποτέ ονομαστικά), θα ‘τανε ταπεινά φληναφήματα, αλλ’ αφού αποδίδονται στους Πικάσο κι Έλιοτ αντίστοιχα έχουν άλλη βαρύτητα, λογίζονται ακόμη κι αυτά, τα ίδια, ως «τέχνη»; Τί; Άλλα λόγια να μασάμε;… Τουτέστιν, είναι θέμα ποιος το λέει; Θέμα αυθεντίας ή μη; Μάλλον! – για να ‘μαι απολύτως ειλικρινής, πρώτα με τη συνείδησή μου. Άλλο βάρος αποκτούν τα λογάκια ενός φτασμένου κι ακόμα καλύτερα φημισμένου εκπροσώπου των τεχνών και των γραμμάτων, κι άλλο ενός άσημου. Σαφές, κατανοητό, δεκτό. Και δεν ήταν ανάγκη να πάμε, ως είδος ανθρώπινο εννοώντας, στο διάστημα για να συνειδητοποιήσουμε πως όπως ο χρόνος, ομοίως και το… βάρος είναι μέγεθος σχετικό. Η αδυναμία του συγγραφέα να αναγνωρίσει τις επιρροές του και να τις κατανείμει με τη γραφίδα του σωστά για να του βγούνε στο γραπτό του με τρόπο φυσικό, με ειλικρίνεια απέναντι στο αναγνωστικό του κοινό κι όχι επιτηδευμένα προκεκαλυμμένες, είναι όπως στην περίπτωση κάποιου που, θέλοντας να αποδείξει στους άλλους ότι δεν είναι καθόλου ρατσιστής, π.χ. με έναν μαύρο που περιμένει στο θάλαμο αναμονής ενός νοσοκομείου τη σειρά του να εξυπηρετηθεί, ερχόμενος σ’ επαφή μαζί του τού μιλάει με περισσότερη από το κανονικό ευγένεια, για να προδώσει με τον αφύσικο αυτό τρόπο το γεγονός ότι τον βλέπει διαφορετικά από τους υπολοίπους, άρα και σα κάτι ξένο προς τον εαυτό του(!)… Εφόσον, το λοιπόν, λύσαμε το όποιο πρόβλημα ταλανίζει τη συνείδησή μου περί βάρους, τί γίνεται παρακάτω;… Παρακάτω, προχωράς. Το προσπερνάς, καθότι γίνεται, ασυναίσθητα ή συνειδητά, απ’ όλους ο «κλέψας του κλέψαντος» με λίγα λόγια, αν δεν θέλουμε να τα μασάμε κι αυτά, και προχωράς. Κι, εδώ, προκύπτει το ερώτημα: ‘’Μπορώ, παρόλα αυτά, αν και είμαι κι εγώ ένας «κλεφτάκος», να μη το παρακάνω, ώστε να μη ξεφύγω απ’ το «πλημμεληματάκι» και θεωρηθώ «εγκληματίας»; Μπορώ να αναπτύξω και να έχω προσωπικό στυλ;’’. Η απάντηση; ‘’Στο προηγούμενο άρθρο, μίλησα για ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα που ‘χει να κερδίσει ένας συγγραφέας! Ε, ποιο νομίζετε, όμως, ότι είναι το μεγαλύτερο;’’.

Leave a Reply

five × two =