Back to Home

«Βασίζεται το βιβλίο σε δική σου εμπειρία;»

Ας μιλήσουμε λίγο για την πιο «high rated» ερώτηση όταν βγαίνει στην κυκλοφορία ένα βιβλίο: «Είναι από δική σου, προσωπική εμπειρία;». Τι απαντάς εσύ ως συγγραφέας;… Η απάντηση είναι: τίποτα. Ή «Τίποτα δεν θα σου πω, πρέπει να το διαβάσεις». Γιατί, όμως, μία τέτοια μονόσημη αντίδραση; Τι εξυπηρετεί αλήθεια; Ποιο το «αδιαπραγμάτευτο» του πράγματος; Μάλλον το ν’ αναγκαστεί ο ενδιαφερόμενος ν’ αγοράσει το πόνημά σου, δηλαδή να τσοντάρει με «ευρώπουλα» τον προσωπικό σου κορβανά, κάνοντας τα ματάκια σου να βλέπουν εις διπλούν, όπως και στα καρτούν, το γνωστό σήμα (€)… «Ζονγκ!», «Γαϊδουράκι», «Χρεωκοπία» κι ό,τι άλλο μεταφράζεται, με τα της συνδρομής των ρετρό τηλεπαιχνιδιών, σε αποτυχία. Έστω, εξ ορισμού. Γιατί; Γιατί, πολύ απλά, στον χώρο μας, αυτόν των εκδόσεων, δεν ανταμείβεσαι με πακτωλούς χρημάτων. Δεν αμείβεσαι καν, πάντα αναφορικά κι αναλογικά με τις εργατοώρες που σπατάλησες κάτω από ένα πορτατίφ (παλαιότερα) που πιθανά τρεμοπαίζει ή μπρος σε μία οθόνη (πλέον, τώρα) που έχει γίνει βαριά κι ασήκωτη επειδή χρειάζεται εδώ και καιρό format. Κι, εδώ, στο χρόνο αυτό που οπωσδήποτε… δεν είναι χρήμα, είσαι τα πάντα εσύ: Εργοδότης καταπιεστής (του εαυτού σου), πατερναλιστής (πάλι (έναντι) του εαυτού σου), ελεύθερος επαγγελματίας πετυχημένος (όχι εν δυνάμει, αλλά «υποψήφιος», όπως στο απλό concept του φιλελευθερισμού), νεόκοπος πωλητής (ή best seller (ναι, σιγά)), αριβίστας, φτηνός (αυτό σίγουρα) εργατάκος, χαμάλης… Και κάπου εκεί, ενώ έχεις εξαντλήσει όλα τα αποθέματα ναρκισσισμού, όπως: «Γιατί, τί παραπάνω έχουν οι άλλοι;» ή αυτοσαρκασμού, όπως: «Καλά, τώρα, εμένα περιμένουν, να τους δώσω τα φώτα μου», επανέρχεσαι στην πραγματικότητα, λέγοντας στον καθρέπτη μπροστά σου: «Συνεχίζεις ακάθεκτος. Άνευ όρων, ωρών ή ορών. Απλά συνεχίζεις, γιατί αυτό που κάνεις είσαι εσύ!». Ναι, έτσι, απλά. Κι επειδή, ακριβώς, αυτό που κάνω είμαι εγώ, αυτό που γράφω (όπως και να το κάνουμε, όπως και να το πούμε) είναι κομμάτι μου. Άρα μού μοιάζει. Και δεν ξέρω αν το τελευταίο, τελικά, απαντά και στην πρώτη-πρώτη ερώτηση, εκείνη που είναι «high rated», όταν βγαίνει στην κυκλοφορία ένα βιβλίο, εν προκειμένω το βιβλίο μου. Διότι είναι σα να με ρωτάς γιατί έχω αυτή τη μύτη, αυτό το πιγούνι κι αυτά τα ζυγωματικά. Δεν τα επέλεξα. Δεν επέλεξα, όπως γίνεται στον ιππόδρομο, ποιο σπερματοζωάριο θα τερματίσει πρώτο στο ωάριο για να το γονιμοποιήσει, ούτε σχεδίασα εγώ τις έλικες του DNA επιλέγοντας τον ακριβή αριθμό γενεών και γονιδίων που θα μου χαρίσουν αυτή την ελαφρώς κυρτή μύτη, αυτό το θεληματικό πιγούνι κι αυτά τα γωνιώδη ζυγωματικά με καλές πιθανότητες, αν προσέξω τη διατροφή μου, να μην «μπουλέψουν» ποτέ. Πιθανότητες… Λοιπόν, μία τέτοια είμαι κι εγώ, ο ίδιος. Μία περίπου στις 18,9 εξάκις εκατομμύρια αφού υπάρχω, και νιώθω τυχερός όσο κι εσύ!… Άντε, ελάχιστα πιο τυχερός, λόγω του έμφυτου ψώνιου που ‘χουν αυτοί, οι τυχεροί-άτυχοι, που ασχολούνται με μια μορφή τέχνης, καθώς ευελπιστώ στ’ ότι θα θεωρηθεί «καλή». …Για όποιον δεν κατάλαβε, η απάντηση όταν βγαίνει στην κυκλοφορία ένα βιβλίο είναι: «Όχι, δεν είναι από δική μου, προσωπική εμπειρία… μα θα μπορούσε να ‘ναι – δεν θα μπορούσε;».

Leave a Reply

1 × five =