Back to Home

Πρώτος X-File, υπό τη μορφή άρθρου κι όχι το αντίστροφο. Φάκελος: «Σημεία στίξης». Εδώ κι αν γίνονται «σημεία και τέρατα» – για να κάνουμε και μία επίκληση στην ομώνυμη σειρά επιστημονικής φαντασίας!… Θυμάμαι, που λέτε, τότε που τα κινητά τηλέφωνα έπαψαν να ‘ναι το φετίχ του νεόπλουτου ή του μεσοαστού και μπορούσε να έχει ένα από αυτά και η κυρα-Μαρίκα στο χωριό του πατέρα μου, για να παίρνει τον βουκόλο σύζυγό της όταν εκείνος αργούσε να επιστρέψει απ’ τη στάνη που ‘ταν στους πρόποδες του βουνού, τέσσερα χιλιόμετρα μακριά απ’ τον «πολιτισμό μας». Εκείνη την εποχή στέλναμε πιο εύκολα Γραπτό Μήνυμα μέσω αυτού και λαμβανόταν, μάλιστα, περισσότερο υπόψη απ’ ό,τι τώρα που οι τρόποι επικοινωνίας και συνεννόησης έχουν πάει αλλού. Ή μήπως έχω εγώ τέτοια εντύπωση;… Μπορεί. Πάντως, το δικό μου Μήνυμα προς όποιο αποδέκτη (είτε χαρακτηριζόταν ως το «αμόρε», είτε ως απλά αυτός που καλείται να φέρει εις πέρας την αποστολή να μου φέρει, μετά από παραγγελία που του ‘κανα, απ’ το περίπτερο σοκολάτα Ελληνικής μάρκας κι όχι εισαγόμενης) είχε πάντα την ίδια βαρύτητα. Την ίδια προς άπαντες. Ήταν στα όρια της υπερβολής προσεγμένο, σε σύνταξη κι ορθογραφία, σε διατύπωση και ύφος. Ήταν για μένα ένας μικρόκοσμος, αφού διέθετε ή απέδιδε πνοή στον γραπτό (μου) λόγο, του οποίο τον ιερό σκοπό λάτρευα με θρησκευτική ευλάβεια!… Ένα από τα υλικά, λοιπόν, τα οποία πλάθουν το ευγενές, ως πρέπει να θεωρείται, «σώμα» του γραπτού λόγου για ν’ αποκτήσει αυτός ανάσα και να ζωντανέψει, χρωματίζοντας με το πάτημα των δακτύλων μας πάνω στα κουμπάκια τον τόνο της φωνής μας, είναι τα σημεία στίξης. Αυτά βοηθούν τα μέγιστα στην κύμανση της φωνής μας, άρα και στο ύφος που θέλουμε να δώσουμε ή να προσδώσουμε (επιτονισμός) στον παραλήπτη, μιας και μιλάμε για αποστολή κάποιου πράγματος – στην περίπτωσή μας ενός μηνύματος, κι ας είναι εκ λήψεως σήματος. «E, και τί σημασία έχει;», ρωτώ. Επειδή δεν είναι χειρόγραφο, δεν προδίδει συναισθήματα;… Μωρέ, αν προδίδει λέει… Αυτό εννόησα εκ πρώτης εγώ και κατανόησα, επιλέγοντας συνειδητά όσο κι αυθόρμητα. Και ίσως αυτό ακριβώς, ο πηγαίος συγκερασμός «συνειδητού» κι «αυθορμήτου», να του δίνει κι όλη την αξία. Έτσι, ποτέ δεν έστειλα, φερ’ ειπείν, «CU» σε κάποιον που ήθελα να δω, ποτέ δεν έγραψα καν σε «greeklish» – χωρίς, εννοείται, αυτό να σημαίνει ότι οι παραπάνω τρόποι είναι λανθασμένοι ή δεν ενδείκνυνται. «Νόμοι» και «κανόνες» ασφαλώς και υπάρχουν. Αλλά τους ορίζει ο καθένας μας χωριστά. Ο καθείς είναι «νομοθέτης» – και καλά κάνει. Ο «καθείς»… άρα κι ο υποφαινόμενος. Και, μες σε αυτόν τον μικρόκοσμο όπου τα σημεία («γνώρισμα», «τεκμήριο» στα Αρχαία) της στίξης αποκτούν χαρακτήρα και κάποια γίνονται και τέρατα («σπάνιο σημείο», «θαύμα», ό,τι χρησιμεύει σαν προγνωστικό), δωσ’ του τελίτσες, μία ή τρεις, και παύλες και παρενθέσεις κι αγκύλες και εισαγωγικά και θαυμαστικά, όλα τα παυστικά και τα σχολιαστικά, όλα σε ποσότητα που ορίζει η ποιότητα… με το βάρος να πέφτει στην αισθαντικότητα της φράσης, γιατί άλλο μία κι άλλο τρεις τελίτσες – πώς να το κάνουμε; Άλλο τρεις κι άλλο δεκατρείς που βάζουν πολλοί συνήθως στα φόρουμ (τέτοιο πράγμα στην γραπτή Ελληνική Γλώσσα δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει και κάτι σαν αυτά: «!!!!!!!!!!!!!» ή αυτά «;;;;;;;;;;;;;»)… Εγώ είμαι ο «σημάντωρ», ο «ηγέτης», εγώ είμαι επομένως κι ο «θεός» – πώς να το κάνουμε και πάλι; Έστω αυτού, πάντα, του μικρόκοσμού μου… «Βάρος» έγραψα;… Μμμ… για αυτό, το «καθ’ ύλην» βάρος, θα τα πούμε σε κάποιον άλλο φάκελο… ή X-File. Για πρώτο, αρκετά.

Leave a Reply

four × two =